Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011
Μερικές από τις καλύτερες φωτογραφίες του 2011
Κινεζάκια κολυμπούν κατά μήκος της ακτογραμμής του Qingdao, Shandong στην ανατολική επαρχία της Κίνας, γεμάτη από φύκια τα οποία αν και δεν είναι δηλητηριώδη, επειρεάζουν αρνητικά την αλιεία και τον τουρισμό. (17 Ιουλίου 2011,Getty images).
Σιίτης μουσουλμάνος μετά την αυτομαστίγωσή του κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής τελετουργίας της Ashura στις 6 Δεκεμβρίου 2011 στο Νέο Δελχί, Ινδία. (Getty Iamges)
Ένας διαδηλωτής φοράει ένα αυτοσχέδιο φίμωτρο-δολάριο στο στόμα του σε μια διαδήλωση στη Wall Street στις 30 Σεπτεμβρίου 2011 Νέο Υόρκη. (Getty Images)
Λίβυοι πάνω πό τον νεκρό Moamer Kadhafi τραβάνε φωτογραφίες με τα κινητά τους στην Misrata στις 20 Οκτωβρίου 2011.(Getty Images)
Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011
Xριστουγεννιάτικα έθιμα απ' όλο τον κόσμο
Ιστορικά,
το 354 μ.Χ. είχε κανονιστεί για τη γέννηση του Χριστού να γιορτάζεται
στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια ημέρα που γιορτάζονταν και η γέννηση του αρχαίου
θεού Μίθρα, γνωστού ως "ανίκητος θεός του ήλιου".
Με τη εξάπλωση του Χριστιανισμού η δημοτικότητα του Θεού Ήλιου έπεσε και τη θέση του πήρε ο Χριστός.
Έθνη από όλο τον κόσμο γιορτάζουν τα Χριστούγεννα με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο και τις παραδόσεις τους.
Στην πατρίδα μας για πρώτη φορά στολίστηκε δέντρο στα ανάκτορα του 'Οθωνα το 1833 και μετά στην
Αθήνα. Από το Β' παγκόσμιο πόλεμο και μετά το δέντρο με τις πολύχρωμες μπάλες
μπήκε σε όλα τα ελληνικά σπίτια.
Σύμφωνα με μια παράδοση, το στόλισμα του δέντρου καθιερώθηκε από τον
Μαρτίνο Λούθηρο, ο οποίος, περπατώντας τη νύχτα στα δάση και βλέποντας τα
χειμωνιάτικα αστέρια να λάμπουν μέσα στα κλαδιά, συνέλαβε την ιδέα της
τοποθέτησης ενός φωτεινού δέντρου στο σπίτι του, που θα απεικόνιζε τον έναστρο
ουρανό απ' όπου ο Χριστός ήρθε στον κόσμο. Σε μερικά μέρη το
χριστουγεννιάτικο δέντρο δεν είναι από έλατο αλλά από κλαδί ελιάς το οποίο το
στολίζουν με χρυσωμένα πορτοκάλια, καρύδια και διάφορα παιχνίδια. Στα νησιά μας αντί για κλαδί ελιάς στολίζουν ξύλινα καραβάκια.
Στην Κρήτη οι γυναίκες φτειάχνουν το Χριστόψωμο με ιδιαίτερη
φροντίδα και υπομονή και το ζύμωμά του είναι μια ιεροτελεστία .
Χρησιμοποιούν προσεγμένα υλικά , ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι , ροδόνερο , μέλι , σουσάμι , κανέλα και γαρίφαλα, λέγοντας: "Ο Χριστός γεννιέται , το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει."
Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ΄ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι. Στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς, πουλάκια. Με αυτό στολίζουν το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και θεωρείται ευλογημένο ψωμί.
Χρησιμοποιούν προσεγμένα υλικά , ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι , ροδόνερο , μέλι , σουσάμι , κανέλα και γαρίφαλα, λέγοντας: "Ο Χριστός γεννιέται , το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει."
Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ΄ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι. Στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια , φύλλα, καρπούς, πουλάκια. Με αυτό στολίζουν το χριστουγεννιάτικο τραπέζι και θεωρείται ευλογημένο ψωμί.
Στο Μεξικό μοιράζονται πολλές παραδόσεις με τους Ισπανούς. Ο κύριος
εορτασμός των Χριστουγέννων τους ονομάζεται La Posada. Πρόκειται για μια
θρησκευτική πομπή "reenacts", δηλαδή την αναζήτηση καταφυγίου από τον
Ιωσήφ και τη Μαρία πριν από τη γέννηση του Ιησού. Κατά τη διάρκεια της
πομπής, οι Μεξικανοί πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι μεταφέροντας τις
εικόνες της Παναγίας και του Ιωσήφ που αναζητούν καταφύγιο.
Στο Περού τα
Χριστούγεννα είναι η σημαντικότερη γιορτή του χρόνου και
εορτάζεται στις 24 Δεκεμβρίου, με πολλές τυμπανοκρουσίες ως "Nocha
Buena", που σημαίνει "Νύχτα Καλή" στα ισπανικά. Το βράδυ, όλη η
οικογένεια μαζί γιορτάζει τα Χριστούγεννα.
Στην Αργεντινή συνηθίζουν να πηγαίνουν όλοι μαζί στην εκκλησία και στην
συνέχεια γευματίζουν σαν μια οικογένεια. Τα μεσάνυχτα σερβίρεται το
δείπνο, το οποίο περιλαμβάνει χοιρινό, γαλοπούλα, και μια μεγάλη
ποικιλία από αλλαντικά.
Στην Ολλανδία ο "SinterKlaas", μια παραδοσιακή χειμωνιάτικη φιγούρα (είναι γνωστός και ως The Good Holy Man) καταφθάνει με το
πλοίο του που είναι φορτωμένο με δώρα και το υποδέχεται στο λιμάνι η Βασίλισσα
Βεατρίκη συνοδευόμενη από πλήθος κόσμου (φυσικά το έθιμο αυτό αναφέρεται
στην εποχή που η Ολλανδία ήταν αποικιοκρατική και έρχονταν τα
χριστουγεννιάτικα προϊόντα από τις αποικίες της). Τις ημέρες που
ακολουθούν ο SinterKlaas γυρίζει όλη τη χώρα πάνω σε ένα άσπρο άλογο
μαζί με τον βοηθό του τον Zwarten Piet (Μπλακ Πιτ ή Μαύρο Πιτ) και έτσι τα
παιδιά στην Ολλανδία παίρνουν τα δώρα τους.
Στην Τσεχία έχουν ένα περίεργο έθιμο για την παραμονή των Χριστουγέννων
Οι ελεύθερες γυναίκες συμμετέχουν σε ένα «παιχνίδι», η έκβαση του
οποίου σύμφωνα με την παράδοση τις βοηθά να προβλέψουν την μέλλουσα
οικογενειακή τους κατάσταση. Η διαδικασία είναι η εξής: Αφού σταθούν με
την πλάτη σε μια ανοικτή πόρτα, παίρνουν ένα παπούτσι και το ρίχνουν
πίσω τους, πάνω από τον ώμο τους. Αν το παπούτσι προσγειωθεί με το
μπροστινό του μέρος προς την πόρτα, η κοπέλα θα παντρευτεί μέσα στον
επόμενο χρόνο. Αν το παπούτσι προσγειωθεί με το τακούνι στραμμένο προς
την πόρτα, τότε η κοπέλα θα πρέπει να περιμένει τουλάχιστον για έναν
ακόμα χρόνο.
Στην Ουκρανία τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα στολίζονται με τα «κλασικά» στολίδια
(μπάλες, αστέρια, λαμπάκια) αλλά και με ένα όχι και τόσο συνηθισμένο.
Πρόκειται για μια ψεύτικη αράχνη πάνω σε έναν ψεύτικο ιστό, η
οποία κρύβεται μέσα στα κλαδιά του δέντρου προσφέροντας καλοτυχία σε όποιον την ανακαλύψει πρώτος.
Στη Βενεζουέλα οι πιστοί συγκεντρώνονται σε ομάδες κάθε πρωί από τις 16 μέχρι της 24
Δεκεμβρίου για να πάνε όλοι μαζί στην εκκλησία πάνω σε... roller skates! Μάλιστα, οι δρόμοι κλείνουν από νωρίς
το πρωί για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ενώ τα παιδιά της πόλης δένουν κάθε
βράδυ ένα κορδόνι στο μεγάλο δάχτυλο των ποδιών τους και αφήνουν το
υπόλοιπο να κρέμεται έξω από το παράθυρο. Με αυτόν τον τρόπο δίνουν την
δυνατότητα στους πιστούς ... roller skaters να τα ξυπνήσουν το επόμενο
πρωί για να πάνε στην εκκλησία.
Στη Νορβηγία κάθε βράδυ παραμονής Χριστουγέννων
οι σκούπες... εξαφανίζονται γιατί σύμφωνα με έθιμο, το οποίο έχει
τις ρίζες του σε παγανιστική παράδοση, εκείνη την νύχτα γριές μάγισσες
και ένα σωρό κακά πνεύματα καβαλάνε όποια σκούπα βρουν εύκαιρη και
γυρνοβολάνε στις γειτονιές. Επειδή όμως πάντα όλο και κάποιος Νορβηγός
θα ξεχάσει μια σκούπα... εκτεθειμένη, είθισται ο πιο γενναίος άνδρας
της οικογένειας να βγαίνει έξω και να πυροβολεί στον αέρα φοβίζοντας
τις κακές μάγισσες...
Στην Καταλονία (καθώς και
σε τμήματα της Ιταλίας, της Ανδόρας, της Πορτογαλίας και της υπόλοιπης Ισπανίας) εδώ και διακόσια περίπου χρόνια, οι άνθρωποι
έχουν ως χριστουγεννιάτικο έθιμο να τοποθετούν δίπλα στην φάτνη ένα
"Caganer", γνωστό και ως... «αφοδεύων κύριο». Πρόκειται για μια
μινιατούρα ενός χωρικού, ντυμένου με παραδοσιακή φορεσιά, με
κατεβασμένο το παντελόνι, ο οποίος κάνει την... ανάγκη του. Σύμφωνα με
τον τοπικό θρύλο, άμα ένας χωρικός δεν έβαζε ένα Caganer στην σκηνή της
γέννησης δίπλα στην φάτνη, θα είχε κακή σοδιά την επόμενη χρονιά.
Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011
Άγιε μου Βασίλη,
Είναι η πρώτη φορά που σου γράφω κι ας κοντεύω τα...χμμ..άστο...
Δεν θα σου ζητήσω υλικά αγαθά...δόξα τω Θεώ απόκτησα, (όχι ότι τάχω περίσσεια..., αλλά άμα δουλεύεις από τα 16 σου, δεν μπορεί...όλο και κάτι θάχεις)...
Εκείνο που θέλω πιο πολύ από όλα είναι να έχουμε όλοι Υγεία-Υγεία-Υγεία!
Δύναμη...Δύναμη...Δύναμη! Να αντέξουμε και "τούτα" που μας ταλαιπωρούν...
Φώτιση-Φώτιση-Φώτιση! Όχι σ' αυτούς που μας κυβερνούν, αυτοί πια την έχασαν τη μπάλα! Φώτιση σ΄αυτούς που θα κατέβουν μεθαύριο στις κάλπες να ψηφίσουν "κατά πως πρέπει"...
Και βοήθα Άγιε μου να μην χάσουμε την ανθρωπιά μας, το φιλότιμό μας και την έννοια για το συνάνθρωπό μας!
Α!, Παπούλη μου...αν ανήμερα της γιορτής σου μου χτυπήσει την πόρτα ο γιος μου...αυτό κι αν είναι δώρο!
Είναι η πρώτη φορά που σου γράφω κι ας κοντεύω τα...χμμ..άστο...
Δεν θα σου ζητήσω υλικά αγαθά...δόξα τω Θεώ απόκτησα, (όχι ότι τάχω περίσσεια..., αλλά άμα δουλεύεις από τα 16 σου, δεν μπορεί...όλο και κάτι θάχεις)...
Εκείνο που θέλω πιο πολύ από όλα είναι να έχουμε όλοι Υγεία-Υγεία-Υγεία!
Δύναμη...Δύναμη...Δύναμη! Να αντέξουμε και "τούτα" που μας ταλαιπωρούν...
Φώτιση-Φώτιση-Φώτιση! Όχι σ' αυτούς που μας κυβερνούν, αυτοί πια την έχασαν τη μπάλα! Φώτιση σ΄αυτούς που θα κατέβουν μεθαύριο στις κάλπες να ψηφίσουν "κατά πως πρέπει"...
Και βοήθα Άγιε μου να μην χάσουμε την ανθρωπιά μας, το φιλότιμό μας και την έννοια για το συνάνθρωπό μας!
Α!, Παπούλη μου...αν ανήμερα της γιορτής σου μου χτυπήσει την πόρτα ο γιος μου...αυτό κι αν είναι δώρο!
Είναι τα πρώτα Χριστούγεννα που δεν θα είμαστε μαζί...και μου λείπειιιι...
Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011
24 Σημάδια για να καταλάβεις ότι μεγάλωσες...
1. Βγαίνεις με όποιον απλά στο προτείνει, αντί με όποιον σου αρέσει...
2 .. Αποκλείεται να κάνεις sex σε μικρό κρεβάτι....
3. Το ψυγείο περιέχει περισσότερο φαγητό από μπύρα....
4. Έξι η ώρα το πρωί είναι η ώρα που ξυπνάς και όχι η ώρα που πας για ύπνο...
5. Ακούς το αγαπημένο σου τραγούδι στο super market ...
6. Παρακολουθείς τον καιρό στις ειδήσεις...
7. Οι φίλοι παντρεύονται και παίρνουν διαζύγιο αντί να τα φτιάχνουν και να χωρίζουν....
8. Οι διακοπές σου από 130 μέρες γίνονται 14...
9. Με τζιν και πουλόβερ δεν θεωρείσαι πια καλοντυμένος/η.......
10. Είσαι αυτός που τηλεφωνάει στην αστυνομία να σταματήσει τα παλιόπαιδα που κάνουν πάρτυ.....
11. Δεν βαριέσαι πια τόσο πολύ τις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Μάλιστα βρίσκεις μέχρι και ενδιαφέροντα μερικά πράγματα που λέει η θεία Πίτσα.......
12. Δεν ξέρεις τι ώρα κλείνει το everest.....
13. Ταΐζεις το σκύλο σουισορροπημένη σκυλοτροφή αντί για Mc Donalds..
14. Πονάει η πλάτη σου όταν κοιμάσαι στον καναπέ.....
15. Δεν κοιμάσαι πια από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 10 το βράδυ...
16. Δείπνο και σινεμά είναι ολόκληρο το ραντεβού αντί για την αρχή του...
17. Πέντε σουβλάκια στις τρείς το πρωί σου χαλάνε το στομάχι αντί να στο φτιάχνουν...
18. Πηγαίνεις στο φαρμακείο για αντιοξειδωτικά αντί για προφυλακτικά και τεστ εγκυμοσύνης.......
19. Ένα μπουκάλι κρασί των 3 ευρώ δεν είναι πια καλό πράγμα....
20. Τρως πρωινό........το πρωί!
21. Η φράση ' Δεν θα ξαναπιώ τόσο!' αντικαθίσταται από τη φράση'Δεν μπορώ πια να πιώ όπως έπινα!'
22. Το 90% του χρόνου που ξοδεύεις μπροστά στον υπολογιστή είναι για δουλειά......
23. Δεν ξεκινάς να πίνεις από το σπίτι για να κάνεις οικονομία στο μπαρ - όπως έκανες παλιά.....
FINALLY ,
24. Διάβασες αυτή τη λίστα δουλεύοντας και ελπίζοντας ότι σύντομα θα βρεις χρόνο να το στείλεις στους φίλους σου που έχουν μεγαλώσει επίσης....
2 .. Αποκλείεται να κάνεις sex σε μικρό κρεβάτι....
3. Το ψυγείο περιέχει περισσότερο φαγητό από μπύρα....
4. Έξι η ώρα το πρωί είναι η ώρα που ξυπνάς και όχι η ώρα που πας για ύπνο...
5. Ακούς το αγαπημένο σου τραγούδι στο super market ...
6. Παρακολουθείς τον καιρό στις ειδήσεις...
7. Οι φίλοι παντρεύονται και παίρνουν διαζύγιο αντί να τα φτιάχνουν και να χωρίζουν....
8. Οι διακοπές σου από 130 μέρες γίνονται 14...
9. Με τζιν και πουλόβερ δεν θεωρείσαι πια καλοντυμένος/η.......
10. Είσαι αυτός που τηλεφωνάει στην αστυνομία να σταματήσει τα παλιόπαιδα που κάνουν πάρτυ.....
11. Δεν βαριέσαι πια τόσο πολύ τις οικογενειακές συγκεντρώσεις. Μάλιστα βρίσκεις μέχρι και ενδιαφέροντα μερικά πράγματα που λέει η θεία Πίτσα.......
12. Δεν ξέρεις τι ώρα κλείνει το everest.....
13. Ταΐζεις το σκύλο σουισορροπημένη σκυλοτροφή αντί για Mc Donalds..
14. Πονάει η πλάτη σου όταν κοιμάσαι στον καναπέ.....
15. Δεν κοιμάσαι πια από τις 5 το απόγευμα μέχρι τις 10 το βράδυ...
16. Δείπνο και σινεμά είναι ολόκληρο το ραντεβού αντί για την αρχή του...
17. Πέντε σουβλάκια στις τρείς το πρωί σου χαλάνε το στομάχι αντί να στο φτιάχνουν...
18. Πηγαίνεις στο φαρμακείο για αντιοξειδωτικά αντί για προφυλακτικά και τεστ εγκυμοσύνης.......
19. Ένα μπουκάλι κρασί των 3 ευρώ δεν είναι πια καλό πράγμα....
20. Τρως πρωινό........το πρωί!
21. Η φράση ' Δεν θα ξαναπιώ τόσο!' αντικαθίσταται από τη φράση'Δεν μπορώ πια να πιώ όπως έπινα!'
22. Το 90% του χρόνου που ξοδεύεις μπροστά στον υπολογιστή είναι για δουλειά......
23. Δεν ξεκινάς να πίνεις από το σπίτι για να κάνεις οικονομία στο μπαρ - όπως έκανες παλιά.....
FINALLY ,
24. Διάβασες αυτή τη λίστα δουλεύοντας και ελπίζοντας ότι σύντομα θα βρεις χρόνο να το στείλεις στους φίλους σου που έχουν μεγαλώσει επίσης....
Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011
Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011
Μικρή διαδρομή στην αρχαιοελληνική διατροφή
Ένα ταξίδι με τη μηχανή του χρόνου στην Αθήνα του 4ου π.Χ. αι., σε ένα διονυσιακό συμπόσιο και κάνοντας προπόσεις του τύπου «Ζήσειας, χαίρε, χαίρε και πίε»
Ψωμί και κόκκινο κρασί συνόδεψαν τα κρέατα στο πλούσιο αυτό δείπνο, αυτά ήταν άλλωστε η αγία τριάδα της διατροφής στα χρόνια του Ομήρου ή, καλύτερα μάλλον, στην εικόνα που είχαν για τον μυθικό κόσμο των ηρώων οι Ελληνες του 8ου π.Χ. αιώνα. Πολεμιστές και άρχοντες έτρωγαν πολύ κρέας, ακόμη και για πρωινό. Η κνίσα (τσίκνα στην καθομιλουμένη) τους χάριζε δύναμη και το απαιτούμενο κουράγιο πριν από τη μεγάλη μάχη ή το μακρινό ταξίδι. Ελάφια, αγριοκάτσικα και αγριογούρουνα ήταν τα πιο αγαπημένα κυνήγια ενώ η κτηνοτροφία (στα σπάργανα ακόμη) έδινε βόδια, πρόβατα και χοίρους. Λαχανικά, όσπρια (κουκιά και ρεβίθια) και θαλασσινά (ψάρια, στρείδια, χταπόδια) ήταν, απ' την άλλη, αυτά κυρίως που έτρωγε ο λαός. Τυρί και μέλι θεωρούνταν εκλεκτές τροφές ενώ πολύ αγαπητός ήταν ο κυκεώνας, ένα θρεπτικό και δροσιστικό ποτό από κόκκινο κρασί, κατσικίσιο τυρί και κριθάλευρο. Είχε ήδη παγιωθεί η αντίληψη πως το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο είναι το συμπόσιο με φίλους και συντρόφους, τη συνοδεία κιθάρας και εύθυμων τραγουδιών. Τα κρασιά αραιώνονταν με νερό και οι σώφρονες απέφευγαν τη μέθη που σκοτίζει τον νου και προκαλεί μεγάλες συμφορές, σαν την τύφλωση του κρεμανταλά Πολύφημου. Το μαγείρεμα που κατά κανόνα αναλάμβαναν οι γυναίκες και οι σκλάβοι γινόταν στην εστία ή σε λέβητες στην αυλή ενώ τα σφάγια ψήνονταν σε σούβλες. Οι συνδαιτυμόνες κάθονταν συνήθως σε θρόνους ή σκαμνιά και όλοι έτρωγαν με τα χέρια.
Τρεις αιώνες αργότερα
Τρεις αιώνες αργότερα το γαστρονομικό αυτό πρότυπο των Ελλήνων είχε διαφοροποιηθεί αρκετά και κατά τόπους εμφανίζονταν ξεχωριστές κουζίνες, σε συνάρτηση πάντοτε με τα εδώδιμα προϊόντα που παρήγαν και το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς. Ετσι από τη μία είχαμε την παροιμιώδη τρυφηλότητα της Εύβαρις και τη λαιμαργία των Βοιωτών, και από την άλλη την ολιγοφαγία των Αθηναίων και το λακωνικό μοντέλο. Πολλά πρέπει ασφαλώς να οφείλει η ακμή της Σπάρτης στην υποταγή των πολιτών της σε αυστηρούς κανόνες: τη διά ροπάλου απαγόρευση του «εις μέθην πίνειν», την από κοινού παροχή των απαραιτήτων για τη διοργάνωση των συσσιτίων και την αγόγγυστη καθημερινή γευμάτιση με τον ξακουστό (όχι φυσικά για τη γεύση του) μέλανα ζωμό.
Τα δημητριακά, το λάδι και το κρασί αποτελούσαν τους θεμέλιους λίθους της ελληνικής διατροφής. Αμετάβλητη πάντως παρέμενε η πεποίθηση πως δεν πρέπει να τρώει κανείς μόνος του, καθώς αυτό, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πλούταρχος, «δεν σημαίνει πως γευμάτισε, αλλά γέμισε το στομάχι του σαν τα ζώα».
Οι «μικροτράπεζοι» Αθηναίοι απέδιδαν τότε μεγαλύτερη σημασία στην πετυχημένη επιλογή των συνδαιτυμόνων και λιγότερη στην ποικιλία των εδεσμάτων. Το καθιερωμένο πρωινό τους ήταν λίγο κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε άκρατο οίνο, μαζί με λίγες ελιές και ξερά σύκα. Το μεσημεριανό ήταν επίσης πολύ απλό ενώ το κυρίως γεύμα ήταν το δείπνο. Οι πλούσιοι έτρωγαν τακτικά σταρένιο ψωμί (άρτος) ενώ τα κρίθινα παξιμάδια (μάζα) ήταν η βασική τροφή για τον λαό. Ο,τι συνοδεύει το ψωμί λέγεται όψον: χόρτα, κρεμμύδια, ελιές, ψάρια, πολτός από αλεσμένα κουκιά ή φακές, φρούτα, όλα όσα δηλαδή διατρανώνουν τη σταθερότητα της παραδοσιακής μεσογειακής διατροφής ως τις μέρες μας. Κρέας οι φτωχότερες τάξεις έτρωγαν σπάνια, ευωχούνταν κυρίως με τα σφάγια των θυσιών, στην ύπαιθρο πάντως δεν ήταν σπάνια το χοιρινό, το κατσικίσιο και το αρνίσιο κρέας, καθώς και το κυνήγι. Η φτηνή σαρδέλα και η αντζούγια του Φαλήρου ήταν το συνηθέστερο όψον, με γλωσσική συνέπεια ο συναφής όρος οψάριον να ετυμολογεί τη νεοελληνική λέξη ψάρι.
Τον 4ο π.Χ. αιώνα
Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα που η Αθήνα άγγιξε τον κολοφώνα της οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξής της δόθηκε τεράστια ώθηση και στη μαγειρική. Οι Αθηναίοι ξέχασαν τη διατροφική λιτότητα και χάρη στην άνθηση του εμπορίου οι γιορτές και τα συμπόσια έγιναν πιο μεγαλοπρεπή, οι γεύσεις πιο εξεζητημένες. Εκτός από τα οικόσιτα πουλερικά έμαθαν τώρα να εκτιμούν τα αγριογούρουνα της Φθιώτιδας, τα ζαρκάδια της Βοιωτίας, τα φαγκριά της Σικυώνος ενώ περιζήτητα ήταν τα μεγάλα χέλια της Κωπαΐδος που μαγειρεύονταν με πλήθος καρυκεύματα. Ακριβοπλήρωναν τα παστά που εισάγονταν από τον Βόσπορο, ξετρελαίνονταν με τους αλάντες και τις χορδές (έντερα γεμιστά με κρέας και αίμα), τιμούσαν δεόντως τον πατσά, τα ποδαράκια και τις μουσούδες γουρουνιών, τα εντόσθια και τις γαρδούμπες (ούτε κουκκίδα στον χάρτη δεν ήταν τότε οι Βρυξέλλες με τις επονείδιστες, πρόσφατες, σχετικές απαγορεύσεις). Αστακοί και καραβίδες, σουπιές και καλαμάρια, στρείδια, μύδια και αχινοί που νοστιμίζονταν με οξύμελι, μαϊντανό και μέντα ήταν τα καινούργια, εισαγόμενα δώρα του Ποσειδώνα. Στον πάγκο του οπωροπώλη, κοντά στα ξακουστά αττικά σύκα, παρατάσσονταν μήλα της Εύβοιας, κυδώνια της Κορίνθου, χουρμάδες της Φοινίκης και ασιατικά ξερά δαμάσκηνα. Το ψωμί, από τότε που ο Θεαρίων τελειοποίησε την τέχνη της παρασκευής του, έγινε λευκό και εύγευστο ενώ αναπτύχθηκε και η ζαχαροπλαστική. Μέλι και γάλα έσμιγαν για να δώσουν μεγάλη ποικιλία γλυκισμάτων, από τα οποία τα «ψαθύρια» και τα «οπτολάγανα» σερβίρονταν καυτά και βουτηγμένα στο κρασί. Δεν αποτελεί ασφαλώς σύμπτωση το γεγονός πως η ρήση του Επίκουρου «αρχή και ρίζα παντός αγαθού, η της γαστρός ηδονή» έγινε σύνθημα αυτής της εποχής.
Τότε περίπου άρχισαν να αποκτούν μεγάλη φήμη και οι μάγειροι που αμείβονταν πλουσιοπάροχα για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα αρχοντόσπιτα, αφού όμως πρώτα σπούδαζαν δύο χρόνια και πετύχαιναν στις δύσκολες εξετάσεις. Ηταν μάλιστα τέτοιο το κύρος τους μεγαλύτερο ασφαλώς από των σημερινών σεφ που ο Αθήναιος δεν παρέλειψε να μνημονεύσει τους επτά (όσοι και οι μεγάλοι σοφοί!) διασημότερους μαγείρους στους «Δειπνοσοφιστές» του: Αγις ο Ρόδιος, που ήταν αξεπέραστος στο μαγείρεμα των ψαριών, Νηρεύς ο Χίος, Χαριάδης ο Αθηναίος, Λαμπρίας, Αφθονίτης, που επινόησε τα λουκάνικα, Εύθυμος και Αριστίων. Από το ίδιο πολύτιμο αποθησαύρισμα γνώσεων του αρχαίου κόσμου παραθέτουμε ένα απόσπασμα που μας επιτρέπει να σχηματίσουμε μια ιδέα για την αφθονία των υλικών εκείνης της «χρυσής» εποχής:
(Δ7, μτφ. Θ. Μαυρόπουλος εκδόσεις Κάκτος)
«Διότι τι τάχα λείπει στο σπίτι
το δικό μας, ποια αγαθά τάχα;
Δεν έχουμε μυρωδιές από σμύρνα συριακή,
ευχάριστη ευωδία λιβανιού,
μορφές από ζυμωτά, ψωμιά, αλεύρια,
χταπόδια, λουκάνικα, λιπαρά,
φούσκες, ζουμιά, σέσκουλα, συκόφυλλα,
φάβα, σκόρδα, μαρίδες, σκουμπριά,
πίτες, τραχανάδες, χοντροαλεσμένο σιτάρι,
κουκιά, λαθούρι, αρακά, ρόβη,
μέλι, τυρί, σαλάμια, γάλατα,
καρύδια, πλιγούρι,
καραβίδες ψητές, καλαμάρια ψητά,
βραστούς κέφαλους, βραστές σουπιές,
σμέρνα βραστή, κωβιούς βραστούς,
βατράχια, πέρκες,
γαλέους, κούκους, θρίσσες, νάρκες,
κομμάτια ρίνας, κηρήθρες, σταφύλια,
σύκα, γλυκίσματα, μήλα, κράνια,
ρόδια, θυμάρι, παπαρούνα, αγριάπιδα,
κνήκο, ελιές, τσίπουρα, γαλατόπιτες,
πράσα, αμπελόπρασα, κρεμμύδια, φυστή,
βολβούς, γουλιά, σίλφιο, ξίδι,
μάραθα, αβγά, φακές, τζιτζίκια, χυμούς,
κάρδαμα, σουσάμι, κήρυκες, παστά,
πίννες, λεπάδες, μύδια, στρείδια,
χτένια, μεγάλους τόννους· κι ακόμη
άπειρο πλήθος από πουλιά,...».
Και αν σας φάνηκε κομμάτι δύσκολο να χωνέψετε την απαρίθμηση και μόνο των δεκάδων αυτών υλικών, το τεράστιο θέμα που ακούει στο όνομα Συμπόσια πρέπει να γνωρίζετε πως είναι πολύ πιο βαρύ και χορταστικό. Μέσα από τα συμπόσια (και δεν είναι βλασφημία να το ισχυρίζεται κανείς αυτό) ξεπήδησαν ορισμένες από τις πιο σημαντικές ιδέες και τα πιο ξακουστά έργα της αρχαιότητας. Οι διέποντες κανόνες τους ήταν περίπλοκοι και η συμπεριφορά όσων συμμετείχαν υπάκουε σε άγραφους νόμους που διασφάλιζαν την ευλογία του θεού Διόνυσου και την απονομή της θεϊκής έμπνευσης.
Ταξίδι στον χρόνο
Χάριν αστεϊσμού λοιπόν (γιατί αν καταπιαστούμε στα σοβαρά με την υπόθεση θα συγγράψουμε πόνημα), ας κάνουμε ένα ταξίδι με τη μηχανή του χρόνου στην Αθήνα του 4ου π.Χ. αι., που δικαίως καμάρωνε ότι είναι το κέντρο του γνωστού τότε κόσμου. Μιλάμε όσο το δυνατόν λιγότερο (μας προδίδει και η λανθασμένη προσφορά, των φωνηέντων κυρίως) και κρυφακούοντας τις συζητήσεις επιλέγουμε την οικία του επιφανή Αθηναίου στην οποία θα δειπνήσουμε απόψε. Στην είσοδο της οικίας του δεν θα αντιμετωπίσουμε κανένα πρόβλημα, γιατί οι πόρτες είναι ανοιχτές για όλους, πράγμα που έδωσε και το έναυσμα για την εμφάνιση των άκλητων ή παράσιτων, μιας περιθωριακής μάλλον τάξης ανθρώπων που εκμεταλλεύεται τη διάχυτη ανεκτικότητα της πόλης και καλοπερνάει χωρίς καθόλου να ξοδεύεται. Ημείς όμως δεν είμαστε τοιούτοι χαρακτήρες και έτσι, αν πρόκειται για δείπνο «από συμβολών» (ρεφενέ δηλαδή), γεμίζουμε το καλαθάκι (σπυρίς) μας τρόφιμα και αφήνουμε τις γυναίκες στο πανδοχείο, φοράμε τα λευκά και καθαρά μας ρούχα και ξεκινάμε νωρίς για να φτάσουμε εγκαίρως. Βγάζουμε τα σανδάλια μας, αφήνουμε τους δούλους να ξεπλύνουν τα πόδια μας από τη σκόνη της διαδρομής και δεχόμαστε με συγκατάβαση να μας φορέσουν τα στέφανα από κισσό. Κάνουμε πρώτα μια βόλτα στο σπίτι, επαινούμε τσάτρα - πάτρα το γούστο του ιδιοκτήτη στην επίπλωση και ξαπλώνουμε κομψά (στηριζόμαστε στους αγκώνες) στην κλινίδα που θα μας υποδείξουν. Δεν προσδοκούμε ασφαλώς να μας τοποθετήσουν στην προνομιακή θέση, δεξιά του οικοδεσπότη, ούτε κατεβάζουμε τα μούτρα αν βρεθούμε στην εσχάτη χώρα (τέρμα Θεού δηλαδή). Πλένουμε καλά τα χέρια μας στη λεκάνη που βρίσκεται μπροστά μας (θα φάμε με τα χέρια!), πίνουμε απνευστί το αρωματικό πρόπιωμα, κάνουμε σπονδή προς τιμήν του Διόνυσου χύνοντας λίγες σταγόνες ανέρωτο κρασί στο πάτωμα και κρατώντας ένα κλαδί δάφνης κάνουμε πως τραγουδάμε έναν παιάνα μαζί με τους νέους φίλους μας. Δεν εκβάλλουμε κανένα επιφώνημα τύπου «πουφ!» αν μας φλομώσει ο καπνός από τα αρωματικά βότανα που ένας δούλος ρίχνει στο αναμμένο θυμιατήρι και εκφράζουμε την ευαρέσκειά μας για τα λιχνεύματα (ορεκτικά) που ήδη σερβίρονται, δοκιμάζοντας με ενθουσιασμό τις σαλάτες, τα όστρακα, τους αχινούς κτλ.
Τρώμε με τα δάχτυλα τις ψιλοκομμένες μερίδες προσέχοντας να μη στάξουν απάνω μας ζουμιά και λερωθούμε. Αν είμαστε αρκούντως επιδέξιοι, ας μεταχειριστούμε (κρυφοκοιτάμε τον διπλανό) λίγη κόρα ψωμιού σαν κουτάλι ενώ κάνουμε και σωστή χρήση των πήλινων ή μεταλλικών πιάτων. Την ώρα που με κατάνυξη ακούμε τον οικοδεσπότη να μας διαβάζει το γραμματείδιον (menu) και να μας εξηγεί από πού ήρθαν και πώς μαγειρεύτηκαν οι πρώτες ύλες (Θεέ μου! ξόδεψε μια περιουσία) εισέρχονται οι πρώται τράπεζαι με τα ψητά κρέατα, τα ψαρικά, τα γεμιστά πουλερικά και ό,τι άλλο βάλει ο λογισμός μας. Ολοι μοιάζουν να βιάζονται και έτσι ακολουθούμε τον ρυθμό τους. Μόλις χορτάσουμε, σκουπίζουμε τα χέρια μας με ψίχα ψωμιού, την πλάθουμε με χάρη σε μπαλίτσα και την πετάμε στα σκυλιά που γυροφέρνουν ανάμεσα στα πόδια μας. Οι δούλοι τώρα σηκώνουν τα τραπέζια και φέρνουν άλλα, φορτωμένα κρασιά και επιδόρπια (φρούτα και ξηροί καρποί, τυριά και πίτες). Ρίχνουμε τους κύβους για να βγάλουμε τον συμποσίαρχο που καθορίζει το κράμα (την αναλογία αραίωσης του κρασιού με νερό) και σε όσους δεν πίνουν με αυταπάρνηση επιβάλλει ποινές, υπάρχει έτσι ο κίνδυνος μέσα στη γενική θυμηδία να μιμηθούμε τον κόκορα ή να χορέψουμε γυμνοί. Οι προπόσεις υπέρ του οικοδεσπότη ή οποιουδήποτε είναι αλλεπάλληλες και το άδειασμα του κύλικα συνοδεύει πάντοτε η ευχή (φρόνιμο είναι να την αποστηθίσουμε): «Ζήσειας, χαίρε, χαίρε και πίε». Πολλοί είναι ήδη στουπί στο μεθύσι και έχουν έτσι το απαραίτητο κύρος για να επιβάλουν στην ομήγυρη την επιθυμία τους: απλώνουν χέρι στις αυλητρίδες, βαρούν τη λύρα ή απαγγέλλουν στίχους, επεξεργάζονται βαθυστόχαστα νοήματα ή αμπελοφιλοσοφούν, παίζουν με μανία τον κότταβο. Κάποια στιγμή μπορεί να φτάσει στα χέρια μας ένα κλαδί μυρτιάς και θα πρέπει τότε να τραγουδήσουμε ύστερα από τέτοια οινοκατάνυξη πάντως η γλώσσα μας σίγουρα θα 'χει λυθεί. «Εν οίνω η αληθεία» είναι η δοξασία που πρυτανεύει στη συντροφιά μας.
Είναι όμως αργά και το πρωί (μαζί με ένα φοβερό πονοκέφαλο, χώρια η γκρίνια της συντρόφου μας για την ανδροκρατούμενη κλασική εποχή) θα έχουμε το μακρινό ταξίδι της επιστροφής. Σηκωνόμαστε με κόπο, και υποβασταζόμενοι από τους δούλους βγαίνουμε ξανά στον δρόμο. Ο βόμβος στο κεφάλι δυναμώνει, όλα γυρίζουν, κάτι χορεύει μέσα στο στομάχι, ο ουρανός πάντως είναι ξάστερος ευτυχώς και μια παχιά φέτα από φεγγάρι φωτίζει το μονοπάτι μας.
Ο Διόνυσος, λένε, προστατεύει από τα ατυχήματα τους πιστούς του, πόσο μάλλον τους νεοπροσήλυτους σαν κι εμάς...
Είναι δυστυχώς σχεδόν αδύνατον να παρασκευάσουμε στις μέρες μας ένα αρχαίο φαγητό με απόλυτη πιστότητα· λείπουν τα κατάλληλα σκεύη, δεκάδες μυρωδικά που ανακάτευαν οι αρχαίοι μάγειροι για να συνταιριάξουν αρμονικά το γλυκό, το πικρό και το ξινό, αλλά κυρίως απουσιάζουν οι ακριβείς οδηγίες για την εκτέλεση των συνταγών. Οι περισσότεροι οδηγοί μαγειρικής χάθηκαν στη θύελλα του χρόνου ενώ γνωρίζουμε κιόλας πως δεν κατατρίβονταν σε λεπτομέρειες αλλά συνήθως ήταν απλοί κατάλογοι με υλικά για το φρεσκάρισμα της μνήμης του εκπαιδευμένου μάγειρα, που τροποποιούσε μάλιστα κάθε έδεσμα ανάλογα με την περίσταση.
Τον τελευταίο κυρίως αιώνα έγιναν πολλές προσπάθειες για να βρεθεί ο μίτος που θα μας οδηγήσει στην κρύπτη με τα χαμένα μυστικά της αρχαιοελληνικής κουζίνας. Φιλόλογοι, βοτανολόγοι, μάγειροι και αρχαιολόγοι ένωσαν τις δυνάμεις τους και ανακατεύοντας διαρκώς το υλικό μέσα στη χύτρα των δοκιμών κατόρθωσαν να ανοίξουν γευστικούς δρόμους που και αν ακόμη δεν είναι οι αρχαίοι, σίγουρα τέμνονται μαζί τους. Απαραίτητο ήταν βεβαίως να βρεθούν και τα κλειδιά για την επίτευξη μιας σύγχρονης ισορροπίας, καθώς η αιχμηρότητα πολλών από τους αρχαίους συνδυασμούς θα τραυμάτιζε το εκλεπτυσμένο, συγκριτικά σήμερα, όργανο της γεύσης.
Ψωμί και κόκκινο κρασί συνόδεψαν τα κρέατα στο πλούσιο αυτό δείπνο, αυτά ήταν άλλωστε η αγία τριάδα της διατροφής στα χρόνια του Ομήρου ή, καλύτερα μάλλον, στην εικόνα που είχαν για τον μυθικό κόσμο των ηρώων οι Ελληνες του 8ου π.Χ. αιώνα. Πολεμιστές και άρχοντες έτρωγαν πολύ κρέας, ακόμη και για πρωινό. Η κνίσα (τσίκνα στην καθομιλουμένη) τους χάριζε δύναμη και το απαιτούμενο κουράγιο πριν από τη μεγάλη μάχη ή το μακρινό ταξίδι. Ελάφια, αγριοκάτσικα και αγριογούρουνα ήταν τα πιο αγαπημένα κυνήγια ενώ η κτηνοτροφία (στα σπάργανα ακόμη) έδινε βόδια, πρόβατα και χοίρους. Λαχανικά, όσπρια (κουκιά και ρεβίθια) και θαλασσινά (ψάρια, στρείδια, χταπόδια) ήταν, απ' την άλλη, αυτά κυρίως που έτρωγε ο λαός. Τυρί και μέλι θεωρούνταν εκλεκτές τροφές ενώ πολύ αγαπητός ήταν ο κυκεώνας, ένα θρεπτικό και δροσιστικό ποτό από κόκκινο κρασί, κατσικίσιο τυρί και κριθάλευρο. Είχε ήδη παγιωθεί η αντίληψη πως το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο είναι το συμπόσιο με φίλους και συντρόφους, τη συνοδεία κιθάρας και εύθυμων τραγουδιών. Τα κρασιά αραιώνονταν με νερό και οι σώφρονες απέφευγαν τη μέθη που σκοτίζει τον νου και προκαλεί μεγάλες συμφορές, σαν την τύφλωση του κρεμανταλά Πολύφημου. Το μαγείρεμα που κατά κανόνα αναλάμβαναν οι γυναίκες και οι σκλάβοι γινόταν στην εστία ή σε λέβητες στην αυλή ενώ τα σφάγια ψήνονταν σε σούβλες. Οι συνδαιτυμόνες κάθονταν συνήθως σε θρόνους ή σκαμνιά και όλοι έτρωγαν με τα χέρια.
Τρεις αιώνες αργότερα
Τρεις αιώνες αργότερα το γαστρονομικό αυτό πρότυπο των Ελλήνων είχε διαφοροποιηθεί αρκετά και κατά τόπους εμφανίζονταν ξεχωριστές κουζίνες, σε συνάρτηση πάντοτε με τα εδώδιμα προϊόντα που παρήγαν και το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς. Ετσι από τη μία είχαμε την παροιμιώδη τρυφηλότητα της Εύβαρις και τη λαιμαργία των Βοιωτών, και από την άλλη την ολιγοφαγία των Αθηναίων και το λακωνικό μοντέλο. Πολλά πρέπει ασφαλώς να οφείλει η ακμή της Σπάρτης στην υποταγή των πολιτών της σε αυστηρούς κανόνες: τη διά ροπάλου απαγόρευση του «εις μέθην πίνειν», την από κοινού παροχή των απαραιτήτων για τη διοργάνωση των συσσιτίων και την αγόγγυστη καθημερινή γευμάτιση με τον ξακουστό (όχι φυσικά για τη γεύση του) μέλανα ζωμό.
Τα δημητριακά, το λάδι και το κρασί αποτελούσαν τους θεμέλιους λίθους της ελληνικής διατροφής. Αμετάβλητη πάντως παρέμενε η πεποίθηση πως δεν πρέπει να τρώει κανείς μόνος του, καθώς αυτό, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πλούταρχος, «δεν σημαίνει πως γευμάτισε, αλλά γέμισε το στομάχι του σαν τα ζώα».
Οι «μικροτράπεζοι» Αθηναίοι απέδιδαν τότε μεγαλύτερη σημασία στην πετυχημένη επιλογή των συνδαιτυμόνων και λιγότερη στην ποικιλία των εδεσμάτων. Το καθιερωμένο πρωινό τους ήταν λίγο κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε άκρατο οίνο, μαζί με λίγες ελιές και ξερά σύκα. Το μεσημεριανό ήταν επίσης πολύ απλό ενώ το κυρίως γεύμα ήταν το δείπνο. Οι πλούσιοι έτρωγαν τακτικά σταρένιο ψωμί (άρτος) ενώ τα κρίθινα παξιμάδια (μάζα) ήταν η βασική τροφή για τον λαό. Ο,τι συνοδεύει το ψωμί λέγεται όψον: χόρτα, κρεμμύδια, ελιές, ψάρια, πολτός από αλεσμένα κουκιά ή φακές, φρούτα, όλα όσα δηλαδή διατρανώνουν τη σταθερότητα της παραδοσιακής μεσογειακής διατροφής ως τις μέρες μας. Κρέας οι φτωχότερες τάξεις έτρωγαν σπάνια, ευωχούνταν κυρίως με τα σφάγια των θυσιών, στην ύπαιθρο πάντως δεν ήταν σπάνια το χοιρινό, το κατσικίσιο και το αρνίσιο κρέας, καθώς και το κυνήγι. Η φτηνή σαρδέλα και η αντζούγια του Φαλήρου ήταν το συνηθέστερο όψον, με γλωσσική συνέπεια ο συναφής όρος οψάριον να ετυμολογεί τη νεοελληνική λέξη ψάρι.
Τον 4ο π.Χ. αιώνα
Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα που η Αθήνα άγγιξε τον κολοφώνα της οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξής της δόθηκε τεράστια ώθηση και στη μαγειρική. Οι Αθηναίοι ξέχασαν τη διατροφική λιτότητα και χάρη στην άνθηση του εμπορίου οι γιορτές και τα συμπόσια έγιναν πιο μεγαλοπρεπή, οι γεύσεις πιο εξεζητημένες. Εκτός από τα οικόσιτα πουλερικά έμαθαν τώρα να εκτιμούν τα αγριογούρουνα της Φθιώτιδας, τα ζαρκάδια της Βοιωτίας, τα φαγκριά της Σικυώνος ενώ περιζήτητα ήταν τα μεγάλα χέλια της Κωπαΐδος που μαγειρεύονταν με πλήθος καρυκεύματα. Ακριβοπλήρωναν τα παστά που εισάγονταν από τον Βόσπορο, ξετρελαίνονταν με τους αλάντες και τις χορδές (έντερα γεμιστά με κρέας και αίμα), τιμούσαν δεόντως τον πατσά, τα ποδαράκια και τις μουσούδες γουρουνιών, τα εντόσθια και τις γαρδούμπες (ούτε κουκκίδα στον χάρτη δεν ήταν τότε οι Βρυξέλλες με τις επονείδιστες, πρόσφατες, σχετικές απαγορεύσεις). Αστακοί και καραβίδες, σουπιές και καλαμάρια, στρείδια, μύδια και αχινοί που νοστιμίζονταν με οξύμελι, μαϊντανό και μέντα ήταν τα καινούργια, εισαγόμενα δώρα του Ποσειδώνα. Στον πάγκο του οπωροπώλη, κοντά στα ξακουστά αττικά σύκα, παρατάσσονταν μήλα της Εύβοιας, κυδώνια της Κορίνθου, χουρμάδες της Φοινίκης και ασιατικά ξερά δαμάσκηνα. Το ψωμί, από τότε που ο Θεαρίων τελειοποίησε την τέχνη της παρασκευής του, έγινε λευκό και εύγευστο ενώ αναπτύχθηκε και η ζαχαροπλαστική. Μέλι και γάλα έσμιγαν για να δώσουν μεγάλη ποικιλία γλυκισμάτων, από τα οποία τα «ψαθύρια» και τα «οπτολάγανα» σερβίρονταν καυτά και βουτηγμένα στο κρασί. Δεν αποτελεί ασφαλώς σύμπτωση το γεγονός πως η ρήση του Επίκουρου «αρχή και ρίζα παντός αγαθού, η της γαστρός ηδονή» έγινε σύνθημα αυτής της εποχής.
Τότε περίπου άρχισαν να αποκτούν μεγάλη φήμη και οι μάγειροι που αμείβονταν πλουσιοπάροχα για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα αρχοντόσπιτα, αφού όμως πρώτα σπούδαζαν δύο χρόνια και πετύχαιναν στις δύσκολες εξετάσεις. Ηταν μάλιστα τέτοιο το κύρος τους μεγαλύτερο ασφαλώς από των σημερινών σεφ που ο Αθήναιος δεν παρέλειψε να μνημονεύσει τους επτά (όσοι και οι μεγάλοι σοφοί!) διασημότερους μαγείρους στους «Δειπνοσοφιστές» του: Αγις ο Ρόδιος, που ήταν αξεπέραστος στο μαγείρεμα των ψαριών, Νηρεύς ο Χίος, Χαριάδης ο Αθηναίος, Λαμπρίας, Αφθονίτης, που επινόησε τα λουκάνικα, Εύθυμος και Αριστίων. Από το ίδιο πολύτιμο αποθησαύρισμα γνώσεων του αρχαίου κόσμου παραθέτουμε ένα απόσπασμα που μας επιτρέπει να σχηματίσουμε μια ιδέα για την αφθονία των υλικών εκείνης της «χρυσής» εποχής:
(Δ7, μτφ. Θ. Μαυρόπουλος εκδόσεις Κάκτος)
«Διότι τι τάχα λείπει στο σπίτι
το δικό μας, ποια αγαθά τάχα;
Δεν έχουμε μυρωδιές από σμύρνα συριακή,
ευχάριστη ευωδία λιβανιού,
μορφές από ζυμωτά, ψωμιά, αλεύρια,
χταπόδια, λουκάνικα, λιπαρά,
φούσκες, ζουμιά, σέσκουλα, συκόφυλλα,
φάβα, σκόρδα, μαρίδες, σκουμπριά,
πίτες, τραχανάδες, χοντροαλεσμένο σιτάρι,
κουκιά, λαθούρι, αρακά, ρόβη,
μέλι, τυρί, σαλάμια, γάλατα,
καρύδια, πλιγούρι,
καραβίδες ψητές, καλαμάρια ψητά,
βραστούς κέφαλους, βραστές σουπιές,
σμέρνα βραστή, κωβιούς βραστούς,
βατράχια, πέρκες,
γαλέους, κούκους, θρίσσες, νάρκες,
κομμάτια ρίνας, κηρήθρες, σταφύλια,
σύκα, γλυκίσματα, μήλα, κράνια,
ρόδια, θυμάρι, παπαρούνα, αγριάπιδα,
κνήκο, ελιές, τσίπουρα, γαλατόπιτες,
πράσα, αμπελόπρασα, κρεμμύδια, φυστή,
βολβούς, γουλιά, σίλφιο, ξίδι,
μάραθα, αβγά, φακές, τζιτζίκια, χυμούς,
κάρδαμα, σουσάμι, κήρυκες, παστά,
πίννες, λεπάδες, μύδια, στρείδια,
χτένια, μεγάλους τόννους· κι ακόμη
άπειρο πλήθος από πουλιά,...».
Και αν σας φάνηκε κομμάτι δύσκολο να χωνέψετε την απαρίθμηση και μόνο των δεκάδων αυτών υλικών, το τεράστιο θέμα που ακούει στο όνομα Συμπόσια πρέπει να γνωρίζετε πως είναι πολύ πιο βαρύ και χορταστικό. Μέσα από τα συμπόσια (και δεν είναι βλασφημία να το ισχυρίζεται κανείς αυτό) ξεπήδησαν ορισμένες από τις πιο σημαντικές ιδέες και τα πιο ξακουστά έργα της αρχαιότητας. Οι διέποντες κανόνες τους ήταν περίπλοκοι και η συμπεριφορά όσων συμμετείχαν υπάκουε σε άγραφους νόμους που διασφάλιζαν την ευλογία του θεού Διόνυσου και την απονομή της θεϊκής έμπνευσης.
Ταξίδι στον χρόνο
Χάριν αστεϊσμού λοιπόν (γιατί αν καταπιαστούμε στα σοβαρά με την υπόθεση θα συγγράψουμε πόνημα), ας κάνουμε ένα ταξίδι με τη μηχανή του χρόνου στην Αθήνα του 4ου π.Χ. αι., που δικαίως καμάρωνε ότι είναι το κέντρο του γνωστού τότε κόσμου. Μιλάμε όσο το δυνατόν λιγότερο (μας προδίδει και η λανθασμένη προσφορά, των φωνηέντων κυρίως) και κρυφακούοντας τις συζητήσεις επιλέγουμε την οικία του επιφανή Αθηναίου στην οποία θα δειπνήσουμε απόψε. Στην είσοδο της οικίας του δεν θα αντιμετωπίσουμε κανένα πρόβλημα, γιατί οι πόρτες είναι ανοιχτές για όλους, πράγμα που έδωσε και το έναυσμα για την εμφάνιση των άκλητων ή παράσιτων, μιας περιθωριακής μάλλον τάξης ανθρώπων που εκμεταλλεύεται τη διάχυτη ανεκτικότητα της πόλης και καλοπερνάει χωρίς καθόλου να ξοδεύεται. Ημείς όμως δεν είμαστε τοιούτοι χαρακτήρες και έτσι, αν πρόκειται για δείπνο «από συμβολών» (ρεφενέ δηλαδή), γεμίζουμε το καλαθάκι (σπυρίς) μας τρόφιμα και αφήνουμε τις γυναίκες στο πανδοχείο, φοράμε τα λευκά και καθαρά μας ρούχα και ξεκινάμε νωρίς για να φτάσουμε εγκαίρως. Βγάζουμε τα σανδάλια μας, αφήνουμε τους δούλους να ξεπλύνουν τα πόδια μας από τη σκόνη της διαδρομής και δεχόμαστε με συγκατάβαση να μας φορέσουν τα στέφανα από κισσό. Κάνουμε πρώτα μια βόλτα στο σπίτι, επαινούμε τσάτρα - πάτρα το γούστο του ιδιοκτήτη στην επίπλωση και ξαπλώνουμε κομψά (στηριζόμαστε στους αγκώνες) στην κλινίδα που θα μας υποδείξουν. Δεν προσδοκούμε ασφαλώς να μας τοποθετήσουν στην προνομιακή θέση, δεξιά του οικοδεσπότη, ούτε κατεβάζουμε τα μούτρα αν βρεθούμε στην εσχάτη χώρα (τέρμα Θεού δηλαδή). Πλένουμε καλά τα χέρια μας στη λεκάνη που βρίσκεται μπροστά μας (θα φάμε με τα χέρια!), πίνουμε απνευστί το αρωματικό πρόπιωμα, κάνουμε σπονδή προς τιμήν του Διόνυσου χύνοντας λίγες σταγόνες ανέρωτο κρασί στο πάτωμα και κρατώντας ένα κλαδί δάφνης κάνουμε πως τραγουδάμε έναν παιάνα μαζί με τους νέους φίλους μας. Δεν εκβάλλουμε κανένα επιφώνημα τύπου «πουφ!» αν μας φλομώσει ο καπνός από τα αρωματικά βότανα που ένας δούλος ρίχνει στο αναμμένο θυμιατήρι και εκφράζουμε την ευαρέσκειά μας για τα λιχνεύματα (ορεκτικά) που ήδη σερβίρονται, δοκιμάζοντας με ενθουσιασμό τις σαλάτες, τα όστρακα, τους αχινούς κτλ.
Τρώμε με τα δάχτυλα τις ψιλοκομμένες μερίδες προσέχοντας να μη στάξουν απάνω μας ζουμιά και λερωθούμε. Αν είμαστε αρκούντως επιδέξιοι, ας μεταχειριστούμε (κρυφοκοιτάμε τον διπλανό) λίγη κόρα ψωμιού σαν κουτάλι ενώ κάνουμε και σωστή χρήση των πήλινων ή μεταλλικών πιάτων. Την ώρα που με κατάνυξη ακούμε τον οικοδεσπότη να μας διαβάζει το γραμματείδιον (menu) και να μας εξηγεί από πού ήρθαν και πώς μαγειρεύτηκαν οι πρώτες ύλες (Θεέ μου! ξόδεψε μια περιουσία) εισέρχονται οι πρώται τράπεζαι με τα ψητά κρέατα, τα ψαρικά, τα γεμιστά πουλερικά και ό,τι άλλο βάλει ο λογισμός μας. Ολοι μοιάζουν να βιάζονται και έτσι ακολουθούμε τον ρυθμό τους. Μόλις χορτάσουμε, σκουπίζουμε τα χέρια μας με ψίχα ψωμιού, την πλάθουμε με χάρη σε μπαλίτσα και την πετάμε στα σκυλιά που γυροφέρνουν ανάμεσα στα πόδια μας. Οι δούλοι τώρα σηκώνουν τα τραπέζια και φέρνουν άλλα, φορτωμένα κρασιά και επιδόρπια (φρούτα και ξηροί καρποί, τυριά και πίτες). Ρίχνουμε τους κύβους για να βγάλουμε τον συμποσίαρχο που καθορίζει το κράμα (την αναλογία αραίωσης του κρασιού με νερό) και σε όσους δεν πίνουν με αυταπάρνηση επιβάλλει ποινές, υπάρχει έτσι ο κίνδυνος μέσα στη γενική θυμηδία να μιμηθούμε τον κόκορα ή να χορέψουμε γυμνοί. Οι προπόσεις υπέρ του οικοδεσπότη ή οποιουδήποτε είναι αλλεπάλληλες και το άδειασμα του κύλικα συνοδεύει πάντοτε η ευχή (φρόνιμο είναι να την αποστηθίσουμε): «Ζήσειας, χαίρε, χαίρε και πίε». Πολλοί είναι ήδη στουπί στο μεθύσι και έχουν έτσι το απαραίτητο κύρος για να επιβάλουν στην ομήγυρη την επιθυμία τους: απλώνουν χέρι στις αυλητρίδες, βαρούν τη λύρα ή απαγγέλλουν στίχους, επεξεργάζονται βαθυστόχαστα νοήματα ή αμπελοφιλοσοφούν, παίζουν με μανία τον κότταβο. Κάποια στιγμή μπορεί να φτάσει στα χέρια μας ένα κλαδί μυρτιάς και θα πρέπει τότε να τραγουδήσουμε ύστερα από τέτοια οινοκατάνυξη πάντως η γλώσσα μας σίγουρα θα 'χει λυθεί. «Εν οίνω η αληθεία» είναι η δοξασία που πρυτανεύει στη συντροφιά μας.
Είναι όμως αργά και το πρωί (μαζί με ένα φοβερό πονοκέφαλο, χώρια η γκρίνια της συντρόφου μας για την ανδροκρατούμενη κλασική εποχή) θα έχουμε το μακρινό ταξίδι της επιστροφής. Σηκωνόμαστε με κόπο, και υποβασταζόμενοι από τους δούλους βγαίνουμε ξανά στον δρόμο. Ο βόμβος στο κεφάλι δυναμώνει, όλα γυρίζουν, κάτι χορεύει μέσα στο στομάχι, ο ουρανός πάντως είναι ξάστερος ευτυχώς και μια παχιά φέτα από φεγγάρι φωτίζει το μονοπάτι μας.
Ο Διόνυσος, λένε, προστατεύει από τα ατυχήματα τους πιστούς του, πόσο μάλλον τους νεοπροσήλυτους σαν κι εμάς...
Είναι δυστυχώς σχεδόν αδύνατον να παρασκευάσουμε στις μέρες μας ένα αρχαίο φαγητό με απόλυτη πιστότητα· λείπουν τα κατάλληλα σκεύη, δεκάδες μυρωδικά που ανακάτευαν οι αρχαίοι μάγειροι για να συνταιριάξουν αρμονικά το γλυκό, το πικρό και το ξινό, αλλά κυρίως απουσιάζουν οι ακριβείς οδηγίες για την εκτέλεση των συνταγών. Οι περισσότεροι οδηγοί μαγειρικής χάθηκαν στη θύελλα του χρόνου ενώ γνωρίζουμε κιόλας πως δεν κατατρίβονταν σε λεπτομέρειες αλλά συνήθως ήταν απλοί κατάλογοι με υλικά για το φρεσκάρισμα της μνήμης του εκπαιδευμένου μάγειρα, που τροποποιούσε μάλιστα κάθε έδεσμα ανάλογα με την περίσταση.
Τον τελευταίο κυρίως αιώνα έγιναν πολλές προσπάθειες για να βρεθεί ο μίτος που θα μας οδηγήσει στην κρύπτη με τα χαμένα μυστικά της αρχαιοελληνικής κουζίνας. Φιλόλογοι, βοτανολόγοι, μάγειροι και αρχαιολόγοι ένωσαν τις δυνάμεις τους και ανακατεύοντας διαρκώς το υλικό μέσα στη χύτρα των δοκιμών κατόρθωσαν να ανοίξουν γευστικούς δρόμους που και αν ακόμη δεν είναι οι αρχαίοι, σίγουρα τέμνονται μαζί τους. Απαραίτητο ήταν βεβαίως να βρεθούν και τα κλειδιά για την επίτευξη μιας σύγχρονης ισορροπίας, καθώς η αιχμηρότητα πολλών από τους αρχαίους συνδυασμούς θα τραυμάτιζε το εκλεπτυσμένο, συγκριτικά σήμερα, όργανο της γεύσης.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)






